ΗΠΑ – Τουρκία: Η κρίση ξεσπά – Η εισβολή στο Ιράκ

Η οριστικοποίηση της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ (11/10/2002) υπήρξε η μήτρα που έθρεψε μία μεγάλη, έντονη και δραματική κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Οι πιέσεις της Ουάσιγκτον για να επιτραπεί η είσοδος των Αμερικάνων στρατιωτών στο Ιράκ μέσω των τουρκικών συνόρων και η χρήση των στρατιωτικών βάσεων απέβησαν άκαρπες. Η πρώτη του Μαρτίου του 2003 είναι μια ιστορική ημερομηνία για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Πως προέκυψε η κρίση

Εκείνη την ημέρα το τουρκικό κοινοβούλιο αποφάσισε με την ψήφο του να απαγορεύσει την διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων από το έδαφός του για να επιτεθούν στο Ιράκ. Η αρχική ανεπίσημη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών προέβλεπε την προσωρινή εγκατάσταση 62,000 Αμερικανών στρατιωτών στις τουρκικές βάσεις, οικονομική βοήθεια προς την Τουρκία και τη δυνατότητα να εγκατασταθούν 10-15,000 Τούρκοι στρατιώτες στο Βόρειο Ιράκ, σε βάθος 18 χιλιομέτρων από τα τουρκικά σύνορα1. Μετά από εβδομάδες διαβουλεύσεων η Άγκυρα επέτρεψε στα αμερικανικά βομβαρδιστικά να χρησιμοποιήσουν τον εναέριο χώρο της, αλλά εξακολουθούσε να αρνείται την πρόσβαση των Αμερικάνων στις βάσεις της.

Η άρνηση της τουρκικής βουλής ήταν μια στροφή 180 μοιρών για την πολιτική της χώρας, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι με αυτήν την κίνηση απορρίφθηκε και μια διόλου ευκαταφρόνητη οικονομική βοήθεια της τάξης των 26 δισεκατομμυρίων δολαρίων2. Αυτή η στάση της Τουρκίας δημιούργησε ερωτήματα και επέφερε προβληματισμό στην Ουάσιγκτον. Αρκετοί έκαναν λογο για το τέλος της “Στρατηγικής Συμμαχίας” την οποία ευαγγελίστηκε ο Bill Clinton το 1999.

Γεγονός είναι ότι και η κυβέρνηση και ο στρατός είναι πολύ πιθανόν να επιθυμούσαν την αποδοχή των αμερικανικών αξιώσεων3. Και αν για την ισλαμική κυβέρνηση του Tayip Erdogan διατυπωνόταν επιφυλάξεις από την πλευρά της Αμερικής, καθώς θεωρούσαν ότι πίσω από την άρνησή τους ίσως κρυβόταν μια μυστική ισλαμική ατζέντα, πίστευαν ότι το στρατιωτικό “βαθύ κράτος” και μπορούσε και όφειλε να ασκήσει εντονότερες πιέσεις στην πολιτική εξουσία. Οι τουρκικές αρχές, όμως, τόσο οι πολιτικές όσο και οι στρατιωτικές, είχαν σημαντικότατους λόγους για να τηρήσουν αρνητική στάση έναντι των Αμερικανών.

Ο κοινωνικός αναβρασμός

Η κοινή γνώμη στο εσωτερικό της Τουρκίας κυριολεκτικά έβραζε εναντίον των Αμερικανών και καμία πλευρά δεν ήταν διατεθειμένη να βρεθεί απέναντί της. Υπήρχε, ακόμη, ο φόβος ότι η επέμβαση στο Ιράκ θα συντελούσε στη δημιουργία ενός αυτόνομου Κουρδικού κράτους. Εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα πυροδοτούσε τις αλλυτρωτικές τάσεις των Κούρδων στο εσωτερικό της Τουρκίας, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ειρήνη και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Τέλος η στάση της Τουρκίας δικαιολογείται από τον σκεπτικισμό της για την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να δημιουργήσει μια δική της ηγεμονία στη Μέση Ανατολή.

Μία ακόμα ημερομηνία σταθμός στην αποσταθεροποίηση των διμερών σχέσεων Αμερικής Τουρκίας υπήρξε η 04/07/2003. Εκείνη την ημέρα οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις συνέλαβαν και αιχμαλώτισαν για 48 ώρες 11 Τούρκους στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων, οι οποίοι είχαν παρεισφρύσει στο Βόρειο Ιράκ. Παρά τη σύντομη επίλυση της κρίσης, το περιστατικό αυτό έδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο τα απομεινάρια της θρυλικής αμερικανοτουρκικής σχέσης4.

Κρίση εμπιστοσύνης

Στο τουρκικό Γενικό Επιτελείο Στρατού έγινε λόγος για “την μεγαλύτερη κρίση εμπιστοσύνης στα χρονικά”. Παρ’ όλα αυτά, το κυβερνόν κόμμα ΑΚΡ έδειξε αποφασισμένο να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με την παγκόσμια υπερδύναμη. Η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών στην Ουάσιγκτον στις 22 του ίδιου μήνα κατέδειξε τις προθέσεις της τουρκικής κυβέρνησης.

Αν και το Ιράκ ήταν το κυριότερο θέμα στην ατζέντα των συζητήσεων, στο τραπέζι τέθηκαν και μια σειρά άλλων ζητημάτων που αποτελούσαν σημεία τριβής στις σχέσεις των δύο χωρών. Αυτά ήταν η ανησυχία της Άγκυρας για τις προσπάθειες των ΗΠΑ να αλλάξουν το πολιτικό σκηνικό στη Μέση Ανατολή και η αδιαφορία της Ουάσιγκτον για τα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας.

Το αναπάντεχο αποτέλεσμα

Όσον αφορά την άρνηση των Τούρκων να ενδώσουν στις αμερικανικές επιταγές, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η επιλογή αυτή, τελικά, ωφέλησε και τους δύο εταίρους. Τις ΗΠΑ διότι δεν πλήρωσαν τις πολεμικές αποζημιώσεις και την Τουρκία γιατί απέκτησε διεθνές κύρος με την αντίστασή της στην υπερδύναμη. Παρά τα όποια κέρδη, η Αμερική είχε ακόμα ανάγκη την τουρκική συνδρομή.

Η Τουρκία είναι πολύτιμη στην Ουάσιγκτον για συγκεκριμένους λόγους: διαθέτει στρατιωτικές βάσεις, γνωρίζει το ιρακινό έδαφος, έχει τη δυνατότητα να στηρίξει οικονομικά το “νέο” Ιράκ μέσω του εμπορίου, μπορεί να βοηθήσει στην πολιτική ανασυγκρότησή του, διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για την εδραίωση της ειρήνης στην περιοχή και αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα ότι Ισλάμ και δημοκρατία μπορούν να συμπορευτούν.

Η εμπλοκή της Τουρκίας

Τον Αύγουστο του 2003 η Τουρκία αποφάσισε να εμπλακεί ενεργά στον πόλεμο του Ιράκ και υπήρχαν σοβαροί λόγοι που την οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Συνειδητοποίησε ότι πιθανή αμερικανική αποτυχία στο Ιράκ θα της δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, παρά θα λύσει. Η μη εμπλοκή της στο Ιράκ οδήγησε σε αμερικανοκουρδική συμμαχία, γεγονός που ενδεχομένως να δρομολογούσε τη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους.

Σκοπός της ήταν η εποπτεία της συμμαχίας αυτής και η ανάσχεση οποιασδήποτε κουρδικής επιδίωξης. Θα μπορούσε, λοιπόν, να ειπωθεί ότι η Τουρκία άφησε κατά μέρος τους εγωισμούς και κοίταξε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στην περιοχή6. Εξάλλου, τόσο η Αμερική όσο και η Τουρκία είχαν κάποιους κοινούς στόχους στο Ιράκ καθώς και οι δύο επιθυμούσαν ένα ενωμένο, ασφαλές και δημοκρατικό κράτος, τουλάχιστον στις επίσημες τοποθετήσεις τους. Σε τελική ανάλυση, η Τουρκία εκείνη την εποχή είχε φτάσει σε ένα σημαντικό σταυροδρόμι. Τη στιγμή που η Ευρώπη της γυρνούσε επιδεικτικά την πλάτη, είτε θα συνεργαζόταν με τις ΗΠΑ είτε θα επέλεγε τον δύσκολο δρόμο της διεθνούς απομόνωσης.

Η βελτίωση των σχέσεων

Παρά τα όποια προβλήματα αντιμετώπιζε η συμμαχία των δύο χωρών, η Τουρκία παρέμενε πάντα ένας σημαντικός εταίρος στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ως επακόλουθο, η κυβέρνηση Bush αντιλήφθηκε ότι η πολιτική εντάσεων με την Άγκυρα δε λειτουργούσε προς όφελός της. Η επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού Erdogan στην Ουάσιγκτον τον Ιανουάριο του 2004 κινήθηκε προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των διμερών σχέσεων. Η συγκυρία της ταυτόχρονης παρουσίας Bush και Erdogan στην εξουσία υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και προσοδοφόρα για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις7.

Ήταν ξεκάθαρο από την πρώτη συνάντησή τους ότι οι ιδέες τους και η πολιτική λογική τους βρισκόταν σε ταύτιση. Όταν, λοιπόν, ο Τούρκος πρωθυπουργός επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο, υπήρχε και στις δύο πλευρές προθυμία για αναθέρμανση των σχέσεών τους. Παράλληλα, όμως, η ατζέντα περιλάμβανε και ορισμένα καυτά θέματα. Το πρώτο από αυτά ήταν η πολιτική και οικονομική αναδιοργάνωση της Τουρκίας.

Η Ουάσιγκτον αναγνώριζε τα βήματα προόδου της Άγκυρας, η οποία, όμως, επεδίωκε την εντονότερη αμερικάνικη υποστήριξη προκειμένου να συνεχίσει με μεγαλύτερη ώθηση τις μεταρρυθμίσεις. Το δεύτερο ήταν το Κυπριακό και οι πρόσφατες εξελίξεις στο ζήτημα αυτό, με το “σχέδιο Ανάν”.

Η Ουάσιγκτον στάθηκε στο πλευρό των Τούρκων οι οποίοι, σε αντίθεση με τους Έλληνες, επικύρωσαν το πλάνο του ΟΗΕ για την νήσο. Οι Τούρκοι, όμως, επιθυμούσαν άμεση επίλυση του θέματος αυτού, πριν η Κύπρος ενταχθεί ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι Κούρδοι

Το πιο λεπτό και ευαίσθητο θέμα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι δύο χώρες ήταν η κατάσταση στο Ιράκ. Ιδιαίτερα οι σχέσεις που είχαν αναπτύξει οι Αμερικανοί με τους Κούρδους του Βόρειου Ιράκ. Η Τουρκία παρατηρούσε με καχυποψία τον εναγκαλισμό Αμερικανών και Κούρδων. Εξέφραζε τις αμφιβολίες της για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον θα τηρούσε την υπόσχεσή της για διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ, μια και οι Κούρδοι πάλευαν για δεκαετίες για την ένωση του κουρδικού έθνους σε ένα κράτος. Η θέση της Αμερικής, από την άλλη πλευρά ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.

Οι Τούρκοι ήταν μακροχρόνιοι και αξιόπιστοι, σε γενικές γραμμές, σύμμαχοί της στην ευαίσθητη και σημαντική περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι Κούρδοι, όμως, ήταν οι μοναδικοί υποστηρικτές  τους στο εσωτερικό του Ιράκ. Το βόρειο τμήμα της χώρας ήταν το μοναδικό στο οποίο δεν υπήρχαν καθημερινές ένοπλες ταραχές.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή