Το θέμα της παρούσας εργασίας είναι οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τον πόλεμο που κήρυξαν οι ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ το 2003….
Το πρώτο σοβαρό πλήγμα στις σχέσεις των δύο συμμάχων επήλθε το 1964 και η αιτία ήταν η Κύπρος. Το τέλος της βρετανικής κατοχής στο νησί διαδέχτηκε η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Το σύνταγμα που ψηφίστηκε προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την προστασία των δικαιωμάτων της τουρκικής μειονότητας που ζούσε εκεί. Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία αποτέλεσαν τις εγγυήτριες δυνάμεις για την ομαλή πορεία του νέου κράτους. Είχαν το δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης σε περίπτωση που υπήρχε απόπειρα κατάλυσης του συντάγματος. Το επικυρωθέν σύνταγμα δεν ικανοποίησε τους Ελληνοκύπριους.
Το πρώτο σοβαρό πλήγμα
Τον Δεκέμβριο του 1963 ο πρόεδρος της Κύπρου, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, παρουσίασε στην τουρκική πλευρά μνημόνιο με το οποίο αξίωνε την τροποποίηση 13 άρθρων του. Οι σφοδρές αντιδράσεις Τούρκων και Τουρκοκυπρίων οδήγησαν σε συγκρούσεις στο εσωτερικό της χώρας. Οι επιθέσεις των Ελληνοκυπρίων εναντίον της τουρκικής μειονότητας παραμονές Χριστουγέννων του ίδιου έτους, οδήγησαν στην άμεση αντίδραση της Τουρκίας, με την πτήση πολεμικών αεροσκαφών πάνω από την νήσο.
Ο Τούρκος πρωθυπουργός Inonu επεδίωξε την αμερικανική εμπλοκή στο ζήτημα. Η Ουάσιγκτον, όμως, υποστήριξε ότι δεν αποτελούσε μέρος του προβλήματος, άρα και της λύσης του. Η ελληνική και η τουρκική πλευρά οδηγήθηκαν σε συζητήσεις οι οποίες κατέληξαν σε αδιέξοδο. Η Άγκυρα διεμήνυσε ότι δεν της έμενε άλλη επιλογή από την στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο. Η απειλή αυτή οδήγησε σε Αγγλοαμερικανική πρόταση για εγκατάσταση 10,000 νατοϊκών στρατευμάτων στην περιοχή. Η πρόταση έγινε δεκτή από όλες τις πλευρές, πλην του Μακάριου ο οποίος κατέστησε σαφές ότι θα δεχόταν μόνο μία δύναμη των Ηνωμένων Εθνών.
Τελικά ο Μακάριος κατάφερε την εγκατάσταση των κυανόκρανων, χωρίς όμως η εξέλιξη αυτή να περιορίσει τις βιαιοπραγίες. Η Τουρκία απειλούσε και πάλι με στρατιωτική επέμβαση ενώ παράλληλα κατέβαλε εκ νέου προσπάθεια για αμερικανική εμπλοκή στο θέμα. Οι Η.Π.Α συνέχιζαν να αρνούνται την ενεργή ανάμειξή τους, θεωρώντας ότι Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία ήταν ικανές να βρούνε μία λύση.
Η επίθεση στην Κύπρο
Στις 2 Ιουνίου του 1964, όμως, η Τουρκία αποφάσισε να επιτεθεί στην Κύπρο. Πληροφορούμενος την εξέλιξη αυτή, ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα ζήτησε αναβολή της επιχείρησης, ώστε να ενημερώσει την κυβέρνησή του. Την επόμενη μέρα έφτασε στην Άγκυρα μία επιστολή του Αμερικάνου προέδρου Johnson η οποία απέτρεψε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Παράλληλα, οι πρωθυπουργοί της Τουρκίας κα της Ελλάδας προσκλήθηκαν στην Ουάσιγκτον για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Αρχικά η Αμερική προσπάθησε να κρατήσει αποστάσεις από την κρίση του ’64. Η πρόθεση, όμως, της Τουρκίας να επέμβει στην Κύπρο πέτυχε την ενεργή εμπλοκή της υπερδύναμης στην Ελληνοτουρκική διένεξη. Η αποτροπή των Τούρκων από τους Αμερικανούς να επιτεθούν φαντάζει ως η αδυναμία του αδύνατου, στην προκειμένη περίπτωση η Τουρκία, να αντιτεθεί στο τελεσίγραφο του ισχυρού, δηλαδή των Η.Π.Α.
Παρ’ όλα αυτά οι έντονες αντιδράσεις της Άγκυρας στην επιστολή Johnson επέφεραν κάμψη στις διμερείς σχέσεις. Αν και πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι και χωρίς το τελεσίγραφο η Τουρκία τελικά δεν θα επενέβαινε5, οι επιπτώσεις του παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Inonu υποστήριξε πως εάν η συμμαχία καθοριζόταν από τις εκάστοτε εξελίξεις, η αξιοπιστία της τίθετο εν αμφιβόλω. Η Τουρκία την περίοδο εκείνη βελτίωσε τις σχέσεις της με τον αντίπαλο δέος των ΗΠΑ, την ΕΣΣΔ, έστρεψε το βλέμμα της προς τις γείτονες χώρες της στη Μέση Ανατολή και επιδόθηκε σε νέες στρατιωτικές προετοιμασίες για μια ενδεχόμενη μελλοντική επίθεση στην Κύπρο. Οι άλλοτε αγαστές αμερικανοτουρκικές σχέσεις εισερχόταν σε μια μακρά περίοδο εντάσεων, η οποία θα διαρκούσε έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Το νέο αδιέξοδο
Αν και μέχρι τις αρχές του ’70 οι διμερείς σχέσεις είχαν εδραιωθεί, έφτασαν πάλι σε αδιέξοδο επί προεδρίας Richard Nixon. Η κυβέρνηση Nixon έθεσε στην πρώτη γραμμή της εξωτερικής πολιτικής της την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Η Τουρκία ήταν μεγάλη παραγωγός οπίου και οι ΗΠΑ απαίτησαν την απαγόρευση της καλλιέργειάς του. Τελικά το πέτυχαν, εκμεταλλευόμενες κυρίως τους αδύναμους κυβερνητικούς σχηματισμούς της περιόδου 1971-1973. Αν και το μέτρο αυτό δε μείωσε την χρήση των ναρκωτικών στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αυτές επέμειναν στην διατήρησή του. Η στάση αυτή δημιούργησε υποψίες στην Άγκυρα.
Οι Τούρκοι διπλωμάτες θεωρούσαν ότι τα αίτια της απαγόρευσης δεν ήταν η αμερικανική πολιτική ενάντια στα ναρκωτικά, αλλά η άρση της υποστήριξης των πανίσχυρων lobbies της Αμερικής προς την χώρα τους6. Η νεοεκλεγμένη, όμως, και ισχυρή κυβέρνηση του Bullent Ecevit ανακοίνωσε ότι η ισχύς της απαγόρευσης έπαψε (01/06/1974). Τόνισε, μάλιστα, ότι η απόφαση αυτή ήταν αμετάκλητη. Η τουρκική οικονομία είχε υποστεί σημαντικότατες ζημιές εξαιτίας της απαγόρευσης, ενώ το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν είχε αντιμετωπιστεί. Η προθυμία της Άγκυρας να συνεργαστεί με τις διεθνείς αρχές καταπολέμησης των ναρκωτικών έπεισε την Ουάσιγκτον για τις καλές προθέσεις της.
Το καλοκαίρι του 1975 η αμερικανική κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι τα μέτρα που έλαβε η Τουρκία για τον έλεγχο του εμπορίου των ναρκωτικών ήταν αποτελεσματικά. Η “κρίση του οπίου”, όπως ονομάστηκε, κατέπεσε από την αμερικανοτουρκική ατζέντα την ώρα που οι σχέσεις των δύο χωρών βρισκόταν σε οριακό σημείο εξαιτίας της Κύπρου.
Το καλοκαίρι του 1974 η στρατιωτική χούντα που κυβερνούσε την Ελλάδα προέβη σε ενέργειες με σκοπό να προκαλέσει πραξικόπημα στην Κύπρο με τελικό σκοπό την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Αν και πιθανή στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας είχε ληφθεί υπόψη, οι πραξικοπηματίες υπολόγιζαν σε ξένη παρέμβαση προς αποτροπή της. Η τουρκική πλευρά πιάστηκε εξ απίνης.
Ζυγίζοντας τις επιλογές της, η Άγκυρα αποφάσισε ότι η ενδεδειγμένη λύση ήταν η στρατιωτική επέμβαση. Η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αποτρέψει την επίθεση. Με την κρίση του οπίου να βρίσκεται σε εξέλιξη, μια τουρκική ανάμειξη στο νησί θα αποτελούσε ταφόπλακα για τις διμερείς σχέσεις Αμερικής-Τουρκίας. Ο Ecevit έθεσε τους όρους του: διωγμός των πραξικοπηματίων από την Κύπρο, αποστολή τουρκικών στρατευμάτων ώστε να επέλθει ισορροπία δυνάμεων με τα αντίστοιχα ελληνικά, δημιουργία ομοσπονδιακού συστήματος διοίκησης7. Η ελληνική πλευρά απέρριψε τις προτάσεις. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στην τουρκική εισβολή (20/7/1974). Πρώτος στόχος, ο οποίος επετεύχθη σε δύο μέρες, ήταν η κατάληψη της βόρειας ακτογραμμής.
Η Τουρκία διεμήνυσε στις ΗΠΑ ότι ήταν έτοιμη να διαπραγματευτεί. Με μεσολάβηση του ΟΗΕ συμφωνήθηκε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας παύση των εχθροπραξιών (22/7). Η πτώση της χούντας και η άνοδος του Γλαύκου Κληρίδη στην εξουσία οδήγησε τις δύο πλευρές στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης (25/7). Στόχος των Τούρκων ήταν ένα σύστημα διακυβέρνησης που θα ικανοποιούσε τα συμφέροντα της τουρκικής μειονότητας στην Κύπρο. Των Ελλήνων, η επιστροφή στην προ χούντας κατάσταση. Οι Αμερικανοί πρότειναν τη δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους. Οι Έλληνες αρνήθηκαν κατηγορηματικά την πρόταση αυτή, παρά τις προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον ότι η στάση αυτή θα οδηγούσε σε δεύτερη τουρκική επίθεση.
Οι αντιδράσεις για την Κύπρο
Πράγματι, η Τουρκία με την δεύτερη εισβολή της στην Κύπρο (14-16/08) έθεσε υπό την κυριαρχία της το 36% του νησιού.Οι αντιδράσεις που προκάλεσε στην Αμερική η εξέλιξη αυτή ήταν έντονες. Μετά από προσπάθειες, το Κογκρέσο κατάφερε τελικά να επιβάλλει τον τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας (Δεκέμβριος 1974) και εμπάργκο όπλων (Φεβρουάριος 1975) στην Τουρκία8. Όπως ήταν φυσικό, η Τουρκία δεν έμεινε απαθής. Προχώρησε στην ανακήρυξη της “Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου”, δεν μετείχε στις ΝΑΤΟϊκές ασκήσεις του ίδιου χειμώνα, έκλεισε τις αμερικανικές βάσεις στο έδαφός της, προσέγγισε την ΕΣΣΔ και τις χώρες της Μέσης Ανατολής, ενώ υπήρξαν ακόμη και σκέψεις αποχώρησης από το ΝΑΤΟ. Τα θεμέλια της συμμαχίας έτριζαν και οι σχέσεις οδηγούνταν σε αδιέξοδο.
Τελικά, όμως, οι σχέσεις των δύο χωρών άρχισαν να εξομαλύνονται όταν ο Carter εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο. Το στρατιωτικό εμπάργκο δημιουργούσε προβλήματα στην αμυντική αποτελεσματικότητα της Δύσης απέναντι στην Ε.Σ.Σ.Δ. Το εμπάργκο άρθηκε το 1978 και οι διμερείς επαφές επανήλθαν στο φυσιολογικό τους, καλό, επίπεδο.

